Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Συνήθη στοματολογικά νοσήματα: Άφθες και ερπητική στοματίτιδα


                                                                                           
Άρθρο του Αθανάσιου Ζακόπουλου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Τα νέα του ΤΥΠΕΤ", τεύχος 118 του 2004 


                                                               


 Στοματολογία είναι η ειδικότητα της Οδοντιατρικής Επιστήμης που ασχολείται αποκλειστικά με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των νοσημάτων του βλεννογόνου του στόματος και της περιοχής του προσώπου γενικότερα. Τα νοσήματα αυτά είτε είναι πρωτοπαθή, είτε αποτελούν εκδηλώσεις γενικών νόσεων ή και επιπλοκές από τη λήψη διαφόρων φαρμάκων. Σε προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στον καρκίνο του στόματος. Σ’ αυτό το τεύχος θα ασχοληθούμε με δύο από τα συχνότερα στοματολογικά ‘προβλήματα’ που απασχολούν την πλειοψηφία του πληθυσμού: τις άφθες και την προσβολή από τον ιο του έρπητα.




· ΑΦΘΕΣ

Οι άφθες, γνωστές ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη, αποτελούν αναμφισβήτητα έναν από τους πιό επίμονους πονοκεφάλους της σύγχρονης εποχής για μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού (έως και 30%). Πρόκειται για επώδυνες ελκώσεις (μικρές πληγές δηλαδή) μεμονωμένες ή και πολλές ταυτόχρονα, που περιβάλλονται από ερυθρότητα και εμφανίζονται παντού μέσα στο στόμα αλλά πιο συχνά σε παρειές, γλώσσα, χείλη, έδαφος του στόματος κ.ά. Οι μικρές αυτές πληγές μετά από χρονικό διάστημα διαφορετικό για κάθε ασθενή ξαναεμφανίζονται στο στόμα στην ίδια θέση ή σε κάποια άλλη. Διακρίνονται σε τρείς κατηγορίες: α) Μικρές άφθες: Είναι οι συχνότερες, οι διαστάσεις τους κυμαίνονται από 2 έως 10 χιλιοστά, διαρκούν περί τις 7 ημέρες, συνοδεύονται από έντονο πόνο και συνήθως λίγο πριν βγούν υπάρχει ένα κάψιμο στην περιοχή, β) Μεγάλες άφθες: Εμφανίζουν μεγαλύτερες διαστάσεις (άνω του 1 εκ.), διαρκούν περισσότερο (2-6 εβδομάδες), εμφανίζουν εντονότερα συμπτώματα και συνήθως αφήνουν ουλή, και γ) Ερπητόμορφα έλκη: Πρόκειται για πολλαπλά (έως και 50) μικρά, έλκη που συνήθως εμφανίζονται στα πλάγια χείλη της γλώσσας ή στο έδαφος του στόματος και διαρκούν περίπου 1 εβδομάδα.

Παρά τις πολλές θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για τα αίτια της εμφάνισης των αφθών, προς το παρόν αυτά παραμένουν άγνωστα. Παράγοντες, πάντως, που φαίνεται πως παίζουν κάποιο ρόλο στην εμφάνισή τους είναι η έλλειψη σιδήρου, διάφορες ορμονικές αλλαγές (έμμηνος ρύση, εμμηνόπαυση, εγκυμοσύνη, αντισυλληπτικά), ορισμένες νόσοι του πεπτικού συστήματος, τραύματα μέσα στο στόμα, διάφοροι ιοί, κληρονομικότητα, αλλεργία σε κάποια τρόφιμα, έλλειψη βιταμινών καθώς και ψυχολογικοί παράγοντες όπως το άγχος και το στρες. Όσον αφορά στη θεραπεία, αυτό που έχει σημασία είναι να γίνουν από ειδικό οι απαραίτητες εξετάσεις και ο κατάλληλος έλεγχος ώστε να βρεθεί αν η εμφάνιση των αφθών οφείλεται σε κάποιο γενικότερο πρόβλημα του οργανισμού. Αν βρεθεί κάτι τέτοιο τότε, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα αυτό περιορίζεται ταυτόχρονα και το πρόβλημα των αφθών. Αν αντίθετα ο ασθενής είναι απολύτως υγιής, τότε η θεραπεία στηρίζεται στην ανακούφιση από τον πόνο και στην προσπάθεια να μειωθεί η διάρκεια των βλαβών καθώς και η συχνότητα υποτροπών τους.. Υπάρχουν διάφορα θεραπευτικά σχήματα, βασισμένα τόσο σε έρευνες όσο και στην εμπειρική παρατήρηση ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του κάθε ασθενούς, τα οποία  χορηγούμενα από τον αρμόδιο στοματολόγο μπορούν, σε αρκετές περιπτώσεις, να δώσουν θεαματικά αποτελέσματα.


·ΕΡΠΗΤΙΚΗ ΣΤΟΜΑΤΙΤΙΔΑ

Η ερπητική στοματίτιδα οφείλεται στον ιό του απλού έρπητα (HSV-1). Ο ιός αυτός είναι πολύ διαδεδομένος, μεταδίδεται εύκολα και ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή μαζί του πολύ νωρίς. Έτσι λοιπόν το παιδί, συνήθως προσχολικής ηλικίας, που θα μολυνθεί από τον ιό ενδέχεται, είτε να μην παρουσιάσει κανένα σύμπτωμα, είτε να παρουσιάσει ελαφρά και, κατά συνέπεια, απαρατήρητα συμπτώματα, είτε (σπανιότερα) να εμφανίσει οξεία λοίμωξη γνωστή ως πρωτοπαθής ερπητική στοματίτιδα. Τα συμπτώματα της λοίμωξης αυτής είναι συνήθως αδιαθεσία, καταβολή δυνάμεων, πυρετός (38-39), λεμφαδενίτιδα και ενδοστοματικές φυσαλίδες. Οι εκδηλώσεις αυτές διαρκούν 1-2 εβδομάδες και στη συνέχεια εξαφανίζονται. Έκτοτε, ο ιός παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση στον οργανισμό και έπειτα από παρέμβαση εκλυτικών παραγόντων όπως τραυματισμός, υπερβολική κούραση, έμμηνος ρύση, εγκυμοσύνη, αλλεργικές καταστάσεις, υπερβολική έκθεση στον ήλιο ή το ψύχος, στρες ή γενικότερη πτώση της άμυνας του οργανισμού, επανενεργοποιείται και προκαλεί τη δευτεροπαθή ερπητική στοματίτιδα, η οποία, τις περισσότερες φορές ταυτίζεται με τον γνωστό σε όλους επιχείλιο έρπη. Ο επιχείλιος έρπης ‘προαναγγέλεται’ με ένα αίσθημα τσιμπήματος ή καψίματος στα πλάγια του κάτω, συνήθως χείλους και, λίγες ώρες μετά, αναπτύσσονται μία ή περισσότερες φυσαλίδες στο κάτω χείλος οι οποίες σε 4-5 ημέρες σπάνε αφήνοντας μικρή πληγή, ενώ συνολικά διαρκούν 7-10 ημέρες. Ο επιχείλιος έρπης σε αρκετά άτομα υποτροπιάζει συχνά. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο ιός είναι μεταδοτικός κατά την ενεργή φάση του, άρα θα πρέπει να λαμβάνονται οι απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να μην μεταδοθεί και σε άλλα άτομα, ενώ στα μικρά παιδιά θα πρέπει να συστήνεται να μην βάζουν τα δάκτυλα στις πληγές γιατί υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να γίνει μέσω των δακτύλων μεταφορά του ιού στους οφθαλμούς, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην όραση του ασθενούς.

Για την θεραπεία, αφού  πρώτα γίνει η διάγνωση χρησιμοποιούνται φάρμακα κατά του ιού από το στόμα (για την πρωτοπαθή ερπητική στοματίτιδα), τα οποία όταν χορηγηθούν εγκαίρως μπορούν να μειώσουν την διάρκεια και την ένταση των συμπτωμάτων. Για τον επιχείλιο έρπη, χρησιμοποιούνται οι γνωστές αλοιφές με ακυκλοβίρη οι οποίες όμως για να έχουν αποτέλεσμα θα πρέπει να εφαρμοσθούν πριν την εμφάνιση των φυσαλίδων, κατά το στάδιο της αίσθησης καύσου στο προσβληθέν σημείο (κάτω χείλος συνήθως).

Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί, τελειώνοντας, τόσο στην περίπτωση της ερπητικής προσβολής όσο και σε αυτή των αφθών είναι ότι, επειδή πολλές παθολογικές καταστάσεις, οι οποίες συχνά μοιάζουν κλινικά μεταξύ τους, μπορούν να εκληφθούν από το άπειρο (και φοβισμένο)  μάτι του ασθενούς ως κάτι άλλο και να τύχουν λάθος αντιμετώπισης με, πολλές φορές, ολέθριες συνέπειες για την υγεία του, θα πρέπει αυτός σε κάθε περίπτωση να εξετάζεται από στοματολόγο για την διάγνωση και την τελική θεραπεία.